Το πρόβλημα με τις ψυχικές ασθένειες

Μπορεί συχνά να ακούτε για κατάθλιψη, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), ή κάθε είδους «διανοητική διαταραχή», ως μία σωστά καθορισμένη κατάσταση και ακόμη ότι υπάρχουν θεραπείες γι’ αυτήν. Στο άρθρο μας για την ψυχολογία, υποστηρίξαμε πως οι διανοητικές «διαταραχές» μπορεί να μην είναι μία σωστά καθορισμένη και κατανοητή πτυχή της ψυχολογίας, αλλά ας υποθέσουμε ότι είναι. Ακόμη και αν αποδειχθεί αληθές πως είναι παρόμοια με τις βιολογικές ασθένειες, υπάρχουν μεγάλα προβλήματα, προς το παρόν, ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι προσεγγίζουν αυτή την κατάσταση. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω, παίρνοντας παράδειγμα τον καρκίνο.

Ο καρκίνος δεν είναι τίποτα περισσότερο από κύτταρα του σώματος, τα οποία ενεργούν ως αποστάτες. Είναι η εξέλιξη εν δράση, όπου κύτταρα μεταλλάσσονται και γίνονται επιβλαβή. Τότε τα ονομάζουμε καρκινικά.

Δεν υπάρχει ακόμα θεραπεία ή καθιερωμένη μεταχείριση του καρκίνου. Ο τρόπος με τον οποίο μεταλλάσσονται και συμπεριφέρονται μέσα στο σώμα αυτά τα κύτταρα, είναι τόσο ποικίλος και απρόβλεπτος μεταξύ τόσων ειδών καρκίνων, που δεν υπάρχει μία ενιαία λύση ώστε να απαλλαγούμε από όλους. Αν κάποιος έχει καρκίνο του πνεύμονα, οι γιατροί δεν μπορούν να τον μεταχειριστούν με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μεταχειρίστηκαν κάποιον με παρόμοιο τύπο καρκίνου, επειδή κάθε καρκίνος είναι μοναδικός. Έτσι, μία γενική θεραπεία είτε δε θα λειτουργήσει, είτε είναι πιθανό να είναι πολύ αναποτελεσματική. Οι γιατροί παίρνουν ένα δείγμα καρκινικού ιστού και το αναλύουν προσεκτικά, ώστε να κατανοήσουν τη μοναδικότητά του. Μερικές φορές, αναπτύσσουν τον καρκινικό ιστό σε ποντίκια, ώστε να μπορούν να δοκιμάσουν νέα φάρμακα και να δουν τα αποτελέσματα σε ζωντανούς οργανισμούς.

Ολόκληρη η ιστορία του καρκίνου, είναι ιστορία δοκιμών και λαθών, που οδήγησαν τους γιατρούς να καταλάβουν πως κάθε ασθενής είναι μοναδικός. Ακόμη και αν η ίδια θεραπεία αποδίδει στην εξάλειψη δύο παρόμοιων τύπων καρκίνου, σε δύο διαφορετικούς ασθενείς, μπορεί οι ασθενείς να βιώσουν διαφορετικές παρενέργειες από αυτήν τη θεραπεία. Έχετε, λοιπόν, κατά νου πως πρόκειται για πολύ δύσκολο έργο. Παρακολουθήστε αυτό το ντοκιμαντέρ, ώστε να κατανοήσετε καλύτερα αυτή την πτυχή.

Τώρα, το θέμα με την κατηγοριοποίηση και την ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς από την ιατρική: Αν δεν μπορούμε να παρέχουμε την ίδια θεραπεία σε ανθρώπους με παρόμοια καρκινικά κύτταρα, επειδή κατανοούμε πόσο περίπλοκος είναι ο καρκίνος, ακόμη κι αν είμαστε σε θέση να τον δούμε (τον καρκίνο) και να τον μελετήσουμε σε ένα εργαστήριο, πώς τολμάμε να σκεφτούμε πως μία θεραπευτική προσέγγιση μπορεί να έχει αποτέλεσμα, σε κάτι το οποίο δεν μπορούμε καν να διαγνώσουμε σωστά, πόσο μάλλον να το απομονώσουμε, όπως την «κατάθλιψη».

Το κάπνισμα και συγκεκριμένα είδη τροφών ή χημικών ουσιών, έχουν ισχυρό συσχετισμό με έναν σωρό τύπους καρκίνου. Αλλά ακόμη και αυτός ο συσχετισμός είναι δύσκολο να καθοριστεί σωστά, ακόμα και μετά από μελέτες ετών, με εκατομμύρια υποκείμενα. Το ίδιο ισχύει με τα γονίδια τα οποία συσχετίζονται με την πιθανότητα για καρδιακές παθήσεις, τον διαβήτη ή άλλου τύπου παθήσεις: ο συσχετισμός δε γίνεται πλήρως κατανοητός, επειδή εξαρτάται, ακόμη, από το περιβάλλον που βιώνει το άτομο. Π.χ. αν καπνίζει, αν ασκείται, αν αγχώνεται, τι τρώει κτλ. Κάθε μία από αυτές τις μεταβλητές, ασκεί περισσότερη ή λιγότερη επίδραση στην πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου (ή άλλων παθήσεων) και είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστούν, εάν μπορούν να καταμετρηθούν εν τέλει.

Τώρα, λάβετε υπόψη πόσες επιρροές επιδρούν στη συμπεριφορά κάποιου. Αμέτρητες! Γονείς, σχολείο, φίλοι, κατοικίδια, τηλεόραση, διαδίκτυο, συζητήσεις, όνειρα, σεξ, φαγητό, άσκηση κλπ. Σε όλες τις αλληλεπιδράσεις κάποιου, προσθέστε τις εμπειρίες και τις σκέψεις. Δεν υπάρχει γονίδιο κατάλληλα συσχετισμένο με οποιαδήποτε αποκαλούμενη «ψυχική διαταραχή», οπότε αν δεν μπορείς να δώσεις έναν ισχυρό συσχετισμό μεταξύ της γενετικής και συγκεκριμένων τύπων συμπεριφοράς, είναι κάπως αντιεπιστημονικό το να προσπαθήσεις να καθορίσεις κάποιες συμπεριφορές ως ασθένεια και μετά να προσπαθήσεις να θεραπεύσεις όλες όσες φαίνονται παρόμοιες, με την ίδια θεραπεία.

Παράδειγμα: υπάρχουν κάποια γονίδια τα οποία φαίνεται πως σχετίζονται με βίαιη συμπεριφορά, για τα οποία μιλήσαμε σε προηγούμενο άρθρο. Για να επικαιροποιήσω το θέμα, υπάρχουν κάποιες έρευνες, οι οποίες επισημαίνουν τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα συγκεκριμένα νευρικά μοτίβα δραστηριότητας (brain configurations) βρέθηκαν σε πολλούς βίαιους δολοφόνους, όπως και η παρουσία ή απουσία συγκεκριμένων γονιδίων. Οπότε, περιγράφουν σωματικούς δείκτες, οι οποίοι βρέθηκαν σε βίαιους δολοφόνους και τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται πως υπάρχει μία συσχέτιση σ’ αυτό. Αλλά αυτό που βρήκαν, επίσης, είναι πως ίδιου τύπου εγκεφαλικές δομές και μοτίβα, ή γονίδια, βρίσκονται σε «φυσιολογικούς» ανθρώπους επίσης: ανθρώπους χωρίς βίαιο υπόβαθρο. Επιπλέον, αυτές οι εγκεφαλικές δομές πιστεύεται ότι είναι αποτέλεσμα ενός βίαιου περιβάλλοντος (η πιο πιθανή εξήγηση αυτήν τη στιγμή). Το συμπέρασμά τους είναι πως κανείς δε γεννιέται εγκληματίας ή βίαιος ή με συγκεκριμένη εγκεφαλική δομή, ακόμη και αν, αργότερα, εμφανίσει βιοδείκτες που σχετίζονται με αυτήν τη συμπεριφορά. Μπορείτε να εξερευνήσετε τα νέα της επιστήμης για τα γονίδια και τη συμπεριφορά, σ’ αυτό το ντοκιμαντέρ του BBC (2015), εξετάζοντας περισσότερα από 50 χρόνια έρευνας, η οποία δείχνει ότι το περιβάλλον είναι πάντα ένας καθοριστικός παράγοντας, όταν μιλάμε για βίαιη συμπεριφορά και ότι το περιβάλλον είναι ικανό να διαμορφώσει τη δομή του εγκεφάλου.

Συστήνω να αναλογιστείτε πώς γίνεται η διαχείριση μίας επιστήμης όπως η ιατρική, με απαιτητικές μεθόδους και εργαστηριακές δοκιμές, όπου οι εικασίες δεν είναι αποδεκτές. Όταν κάποιοι προσπαθούν να καθορίσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, την υπεραπλουστεύουν σημαντικά κάνοντας ανακριβείς υποθέσεις.

Όταν πρόκειται για τον καρκίνο, πιθανότατα να δείτε λίγες συνήθειες με μεγάλη επίδραση, όπως το κάπνισμα ή η άσκηση, για να διαπιστώσετε αν σχετίζεται με την πάθηση ή όχι. Από την άλλη, όταν πρόκειται για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δε θα πρέπει να αναζητήσετε μόνο τραύματα, αλλά και ολόκληρο το περιβάλλον στο οποίο εκτίθεται κάποιος. Ξέρω, είναι μη ρεαλιστικό. Αλλά δε θα έπρεπε να αγνοήσουμε αυτό το στοιχείο, ούτε να υποθέσουμε ότι είναι ασήμαντο. Η συμπεριφορά κάποιου μπορεί να έχει επηρεαστεί σημαντικά από μία τετράλεπτη έκθεση σε μία ταινία τρόμου, όταν ήταν νέος, ή από ένα όνειρο, ή έναν αριθμό από άλλες επιρροές, τις οποίες εσείς ή ο ασθενής ίσως να μην είστε ποτέ σε θέση να ταυτοποιήσετε.

Το να πεις πως γνωρίζεις τι είναι η κατάθλιψη (ή κάθε είδους «ψυχική ασθένεια») με έναν επιστημονικό και ιατρικό τρόπο, είναι καθαρά αντιεπιστημονικό. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η ανθρώπινη συμπεριφορά ρεαλιστικά, είναι με το να εφαρμοστεί η νέα προσέγγιση του καρκίνου: ατομικές θεραπείες. Αλλά είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί ως «εξατομικευμένη φροντίδα». Μπορεί να είμαι σε κατάθλιψη επειδή έχασα τον σκύλο μου, κάποιος άλλος επειδή δεν είναι ευχαριστημένος από κάποιο σημείο της εμφάνισής του και πάει λέγοντας. Δεν μπορείς να παρέχεις την ίδια «θεραπεία» για όλους και να νομίζεις ότι έχεις κατανοήσει τις συμπεριφορές τους, ακόμα και αν υπάρχουν σημάδια πως μία τόσο γενική θεραπεία βελτιώνει τη διάθεσή τους. Γιατί;

Πριν από εβδομήντα χρόνια περίπου, η ακτινοβολία και η χημειοθεραπεία αντιμετώπιζαν τον καρκίνο στα τυφλά, κάνοντας μαντάρα τα σώματα των ανθρώπων, αφήνοντάς τους να αισθάνονται χειρότερα απ’ ό,τι πριν τη θεραπεία. Κάποιοι όντως θεραπεύονταν για λίγο, αλλά ο καρκίνος επανεμφανιζόταν. Για να το θέσω απλά, δεν κατανοούσαν καθόλου τον καρκίνο. Μερικά χρόνια αργότερα, παρατήρησαν πώς ένας συγκεκριμένος τύπος, ο καρκίνος του πνεύμονα, αυξανόταν δραματικά μεταξύ του πληθυσμού. Δοκίμασαν τις ίδιες μεθόδους ώστε να τον «θεραπεύσουν», αποτυγχάνοντας παταγωδώς, ώσπου διαπίστωσαν τον συσχετισμό μεταξύ του περιβάλλοντος (κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, αναπτύχθηκαν οι καπνιστικές συνήθειες) και την αύξηση των καρκίνων. Διενεργήθηκαν περισσότερες μελέτες και ο συσχετισμός έγινε ακόμη πιο ισχυρός. Μόλις έγινε πληρέστερα κατανοητό και κατάφεραν να μειώσουν το κάπνισμα μεταξύ του πληθυσμού (με επακόλουθη μία μεγάλη μάχη με τις, υποκινούμενες από το χρήμα, βιομηχανίες, οι οποίες παρήγαγαν και εμπορεύονταν τσιγάρα), το πλήθος καρκίνων του πνεύμονα μειώθηκε, μεταξύ του πληθυσμού. Είχαν ξεσκεπάσει μία περιβαλλοντική αιτία, για έναν συγκεκριμένο καρκίνο και αντί να βασιστούν σε ιστορικά αναποτελεσματικές μεθόδους καταπολέμησης του καρκίνου, μέσα στα σώματα των ανθρώπων, εμπόδισαν να συμβεί από την αρχή, μειώνοντας το κάπνισμα μεταξύ του πληθυσμού.

Πιστεύεται πως τέτοιου είδους προσεγγίσεις «πρόληψης του καρκίνου», θα σώσουν ακόμη περισσότερες ζωές από ό,τι οι θεραπείες. Οπότε, η πρόληψη είναι κατά πολύ προτιμότερη από τη θεραπεία!

Αυτό το πεδίο της επιστημονικής έρευνας, θα έπρεπε να εφαρμόζεται στο κομμάτι της ψυχολογίας που καταπιάνεται με τις συμπεριφορές: να προσπαθεί να κατανοήσει πώς το περιβάλλον επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά και τι είναι αυτό που προκαλεί ορισμένες επιβλαβείς συμπεριφορές. Αν στη συνέχεια προσπαθήσετε να θεραπεύσετε αυτές τις συμπεριφορές, προλαμβάνοντάς τες, πιθανόν να χρειαστεί να πολεμήσετε το ισχύον κατεστημένο, όπως οι ιατρικοί ερευνητές έκαναν για τη μείωση της συνήθειας του καπνίσματος.

Πράγματι, είναι μία μεγάλη πρόκληση, αλλά είναι η μόνη που βγάζει νόημα και έχει αποδειχθεί ότι λειτουργεί σε πολλά ιατρικά πεδία.

Αν μελετήσετε την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά αγνοήσετε το περιβάλλον, ή απλώς δεν το λάβετε σοβαρά υπόψη, είναι σαν να περιορίζετε τον εαυτό σας να μελετήσει τον καρκίνο σε έναν δοκιμαστικό σωλήνα, χωρίς να έχετε ιδέα για το πώς αντιδρά στο σώμα κάποιου, τι επιπτώσεις θα έχει στο σώμα και ποιες περιβαλλοντικές συνθήκες μπορούν να τον προκαλέσουν ή να τον επηρεάσουν με διαφορετικούς τρόπους (ανάπτυξη, σοβαρότητα, εξάπλωση κτλ).

Λόγω της ευρείας χρήσης λέξεων χωρίς νόημα ή λέξεων εντυπωσιασμού, πολλές πηγές ειδήσεων δημιουργούν μία σημαντικά διαστρεβλωμένη άποψη για τον κόσμο και αυτό συμβάλλει στη σύγχυση όσον αφορά στις «ψυχικές ασθένειες». Αυτή μπορεί να είναι μία άμεση αιτία για το ότι τόσοι πολλοί πιστεύουν πως κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται βίαιοι, ή ότι η κατάθλιψη είναι μία γενετική ασθένεια.

Αποφάσισα να διαβάσω την ίδια την επιστημονική έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε το 2015, αντί για το άρθρο που μιλούσε γι’ αυτή. Τι δείχνει το πείραμα στην πραγματικότητα, λοιπόν; Ορίζουν την «κατάθλιψη» ως στρες, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Για παράδειγμα, αν αναγκάσεις ένα ποντίκι να κολυμπήσει, του στερήσεις τον ύπνο ή του συμπεριφερθείς άσχημα γενικά, κάθε μία από αυτές τις συμπεριφορές προς αυτό, μετράει σαν στρες (πραγματικά, τα έκαναν αυτά για το πείραμα). Έτσι, αναλύθηκε το DNA των κυττάρων περίπου 11.000 ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν στο πείραμα, μισοί από τους οποίους «διαγνώστηκαν» με βαριά κατάθλιψη και οι άλλο μισοί χωρίς. Αυτό που διαπιστώθηκε ήταν ένας συσχετισμός μεταξύ της ομάδας που διαγνώστηκε με βαριά κατάθλιψη και κάποιες μεταβολές του DNA. Αν κάποιοι είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά, ή είχαν βιώσει σοβαρό τραυματισμό στο παρελθόν, αλλά δεν είχαν κατάθλιψη την περίοδο του πειράματος, δεν παρουσίασαν αυτή την τροποποίηση. Σκεφτείτε, λοιπόν, ότι τα αποτελέσματα της μελέτης μπορεί μόνο να αποκαλύπτουν έναν απλό βιοδείκτη για την τρέχουσα διάθεση κάποιου.

Που σημαίνει πως αν απολυθείτε από μία δουλειά και στεναχωρηθείτε (στερηθείτε ύπνο, δεν φάτε καλά, νιώσετε λυπημένοι κτλ) για μερικές εβδομάδες και εκείνη την περίοδο, σας κάνουν αυτή την εξέταση, τότε θα παρουσιάσετε αυτούς τους βιοδείκτες. Αλλά αν βρείτε μια δουλειά την επόμενη ημέρα και αυτό ανεβάσει τη διάθεσή σας σημαντικά, σύμφωνα με την έρευνα, οι αλλοιώσεις του DNA σας πιθανόν να αντιστραφούν μέσα σε λίγες ημέρες.

Ολόκληρη η έρευνα, δείχνει πως μια έντονα συναισθηματική κατάσταση μπορεί να αφήσει σημάδια στο DNA κάποιων κυττάρων, αλλά σε ποικίλους βαθμούς και όχι σε όλα. Αυτή η ποικιλία θα μπορούσε να προκαλέσει (ή και όχι) άλλα θέματα υγείας, αλλά δεν έγραψαν πολλά γι’ αυτό το στοιχείο. Αυτό το εύρημα είναι παρόμοιο με το πώς θα μπορούσατε να χάνετε κιλά, να έχετε πονοκεφάλους ή να κλαίτε συχνότερα όταν είστε πιεσμένοι. Στη συνέχεια, θα μπορούσατε να αναρωτηθείτε κατά πόσο τα δάκρυα ενισχύουν την κατάθλιψη ή το αντίθετο. Η μελέτη δείχνει ξεκάθαρα πως το αντίθετο δεν είναι αληθές: αν τεχνητά κάνατε αυτές τις αλλαγές στο DNA κάποιου, το άτομο αυτό δε θα έπεφτε σε «κατάθλιψη». Με άλλα λόγια, δε βρήκαν καμία αιτιότητα για την κατάθλιψη στο DNA.

Κάτι ακόμη ενδιαφέρον που θα πρέπει να αναγνωρίσουμε, είναι το γεγονός ότι αποκαλούσαν τους ποντικούς στρεσαρισμένους και μετά περιέγραφαν τι εννοούσαν με αυτό (έλλειψη ύπνου, κολύμπι με το ζόρι κτλ), αλλά μετά είπαν ότι κάποιοι από τους ανθρώπους στη μελέτη ήταν καταθλιπτικοί. Φανταστείτε το αντίστροφα. Να προσπαθούν να αποκαλέσουν τους ποντικούς καταθλιπτικούς και τους ανθρώπους στρεσαρισμένους, από οποιουσδήποτε παράγοντες μπορείτε να εντοπίσετε. Μ’ αυτό τον τρόπο, μπορεί να μαθαίνατε ποιοι περιβαλλοντικοί παράγοντες προκάλεσαν το στρεσάρισμα στη διάθεση των ανθρώπων και μετά να το «διορθώσετε», ώστε να «θεραπεύσετε» την «κατάθλιψη». Σωστά;

Αν ήσασταν ένας επιστήμονας ποντικός και παρατηρούσατε αυτό το πείραμα να εκτελείται από ανθρώπους, στους φίλους σας ποντικούς, θα βγάζατε το πόρισμα πως αυτοί οι στρεσαρισμένοι ποντικοί έχουν «κατάθλιψη» και θα παρείχατε φαρμακευτική υποστήριξη, ώστε να τη θεραπεύσετε; Ή θα προσπαθούσατε να σταματήσετε τους ανθρώπους από το να στρεσάρουν τα ποντίκια; Αυτή είναι μία μεγάλη αντίθεση, η οποία θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά την ψυχική υγεία των ανθρώπων: ψάξτε στο περιβάλλον.

Αν κάποιος αυτοκτονήσει και πούμε πως τερμάτισε τη ζωή του εξαιτίας της «κατάθλιψης», δε θα καταλάβουμε ποτέ, μα ποτέ τον λόγο για τον οποίο αυτοκτόνησε. Είναι τόσο παράλογο, όσο το να πούμε πως αυτοκτόνησε λόγω δακρύων. Οι αυτοκτονίες δε συμβαίνουν λόγω κατάθλιψης, αλλά λόγω των αιτιών που προκαλούν την κατάθλιψη.

Αν θέλετε να κατανοήσετε τον κόσμο γενικότερα, θα πρέπει να ψάξετε βαθιά στην επιστήμη (ανθρώπινο σώμα, άτομα, κύτταρα, το σύμπαν, πειράματα). Αν διαβάσετε τη μελέτη για το στρες και τις αλλοιώσεις του DNA πλήρως, σας φανερώνει πώς λειτουργεί η επιστήμη, αν και κάποιες λέξεις (όπως η κατάθλιψη) θα έπρεπε να επιλεχθούν προσεκτικότερα. Αλλά η εσπευσμένη ερμηνεία των εν λόγω μελετών, από πολλές ειδησεογραφικές πηγές, δείχνει ξεκάθαρα πως όταν υπεραπλουστεύεις ή δίνεις δημοσιότητα στην επιστήμη, μπορείς εύκολα να προκαλέσεις μαζική σύγχυση.

Ένα πολύ δημοφιλές website (με 20 εκατομμύρια fans στο Facebook), το οποίο δημοσίευσε αυτή την έρευνα, ανέφερε: «Αυτή η έρευνα έχει συναρπαστικές δυνατότητες για τη μελλοντική θεραπεία της κατάθλιψης. Δεδομένου ότι οι μοριακές αλλαγές στο DNA είναι αναστρέψιμες, υπάρχει τώρα η δυνατότητα να εκτιμηθεί πόσο επιτυχημένη είναι η θεραπεία σε μοριακό επίπεδο».

Όμως η μελέτη αναφέρει κάτι τελείως διαφορετικό: «Τονίζουμε πως οι μοριακές αλλαγές που παρατηρούμε, δεν είναι ούτε παράγοντες κινδύνου, ούτε αιτίες βαριάς κατάθλιψης. Ο συσχετισμός μεταξύ του στρες, του μιτοχονδριακού DNA και του μήκους των τελομερών, είναι εξαρτώμενα από τη βαριά κατάθλιψη. Δε βρέθηκαν στοιχεία πως τα στρεσογόνα γεγονότα ενεργούν μέσω αλλαγών στο μιτοχονδριακό DNA ή στο μήκος των τελομερών, με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο κίνδυνος για βαριά κατάθλιψη. Έτσι, τα δεδομένα μας δεν υποστηρίζουν τον ρόλο των αλλαγών στην ποσότητα του μιτοχονδριακού DNA, ή του μήκους των τελομερών, όσων αφορά στη ρύθμιση της διάθεσης».

Οπότε, να είστε πολύ προσεκτικοί στην επιλογή των ειδησεογραφικών σας πηγών, προσπαθήστε να βρίσκετε και να διαβάζετε την έρευνα από την πραγματική πηγή, έστω κι αν, πολλές φορές, είναι δυσκολότερο να κατανοηθεί (μεγάλα κείμενα, πολύπλοκες λέξεις). Ή ίσως να περιμένετε μία εξυπνότερη τεχνητή νοημοσύνη, που να μπορεί να απλοποιήσει αυτές τις έρευνες, ώστε να διαβάζονται ευκολότερα, χωρίς να ερμηνεύονται με λανθασμένους τρόπους.

Όταν πρόκειται για τον προσδιορισμό, την κατανόηση και τροποποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, σκεφτείτε πόσο περίπλοκο είναι να κατανοήσετε και να προσπαθήσετε να θεραπεύσετε τον καρκίνο, ώστε να μπορέσετε να κατανοήσετε καλύτερα πως η «συμπεριφορά» είναι πολύ πιο πολύπλοκη και ότι απλοί προσδιορισμοί δεν είναι δυνατόν να αποδώσουν το πλήθος των αλληλεπιδράσεων, που δημιουργούν ξεχωριστά μοναδικές συμπεριφορές. Σε αντίθεση με τον καρκίνο, που είναι ένα υποπροϊόν πολλαπλών κυτταρικών διαιρέσεων και κάποιων περιβαλλοντικών επιδράσεων, η ανθρώπινη συμπεριφορά φαίνεται πως είναι μόνο υποπροϊόν του περιβάλλοντος, πράγμα που μας δείχνει τον δρόμο προς τη «θεραπεία» επιβλαβών συμπεριφορών, μέσω της μεταβολής του περιβάλλοντος. Αυτό θα πρέπει να το εκμεταλλευτούμε, αλλά δεν είναι πάντα τόσο εύκολο. Αναλύσαμε το πώς θα πρέπει να γίνει αυτή η προσέγγιση σε προηγούμενο άρθρο και σας συστήνουμε να το διαβάσετε.

Πηγή
Μετάφραση: Simos Doxakis

  • Rafael

    Η κατάθλιψη, όπως και οι άλλες ψυχικές διαταραχές, ειναι οργανική ασθένεια αντικείμενο της ψυχιατρικής ειδικότητας της ιατρικής επιστήμης. Η ψυχολογία δεν έχει σχέση με την ιατρική και ούτε «θεραπεύει» καμμία ψυχική ασθένεια. Όλοι χάνουν τον σκύλο τους, δεν αυτοκτονούν όμως όλοι. Η κατάθλιψη διαγιγνώσκεται με συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια: γνωρίζουμε τι είναι κατάθλιψη και συνεγώς ανανεώνονται τις γνώσεις μας για αυτήν, αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι καταθλιπτικοί αντιμετωπίζονται όλοι με την ίδια ακριβώς θεραπευτική μέθοδο. Καμμία θα τολμούσα να πω ασθένεια, ψυχική ή μη, δεν αντιμετωπίζεται το ίδιο αλλά η θεραπεία είναι πάντα εξατομικευμένη.
    Όπως επίσης, κατά την ψυχιατρική, άλλο πράγμα είναι η μείζων κατάθλιψη και άλλο πράγμα είναι η δυσθυμία ή η κατατονική κατάθλιψη κλπ., αυτές τις ιατρικές κατηγοριοποιήσεις αδυνατεί να τις ξεχωρίσει η αναφερόμενη έρευνα και, παρότι τις βαφτίζει με το ίδιο όνομα (στον τίτλο, ως Major Depression), τελικά, η έρευνα μάλλον αποδεικνύει πως η ψυχικές εκδηλώσεις είναι οργανικής φύσεως: άρα και αντικείμενο καθαρά της ιατρικής επιστήμης. Οι εκδηλώσεις που ήταν αναστρέψιμες (σε ποντίκα, όχι σε ανθρώπους) δείχνουν κάτι άλλο από αυτό που αποκαλείται στην ψυχιατρική ως μείζων κατάθλιψη.
    Άραγε πόσο εύκολο είναι να αλλάξεις το «περιβάλλον» μίας μητέρας που έχασε το παιδί της και έχει κατάθλιψη, ή κάποιου που έχει καρκίνο τελικού σταδίου και ξέρει πως θα πεθάνει σε έξι μήνες;