Το πιο άδικο παιχνίδι που πρόκειται ποτέ να παίξεις.

Σκέψου αυτό τον κόσμο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, σαν ένα παιχνίδι Monopoly.Ο Αλέξανδρος ξυπνάει ένα πρωινό.

Ακούει πολύ θόρυβο να έρχεται από το σαλόνι.

Δεν γνωρίζει τι συμβαίνει.

Πηγαίνει στο σαλόνι και εκεί βρίσκει πολλούς ανθρώπους να παίζουν Monopoly σε ένα μεγάλο τραπέζι: η οικογένειά του, οι φίλοι του, συγγενείς και κάποιοι άλλοι που δεν γνωρίζει ποιοι είναι.

Ο Αλέξανδρος χαμογελάει και κάθεται στο τραπέζι. Παρακολουθεί για λίγο πώς παίζουν και τότε κάποιος του λέει: «Ρίξε τα ζάρια παιδί μου, αυτό είναι το πιόνι σου! Ορίστε, από εδώ ξεκινάς, πάρε και 100 ευρώ. Προχώρα, ρίξε τα ζάρια τώρα, είσαι έτοιμος!»

Ο Αλέξανδρος νιώθει ενθουσιασμένος και κάνει όπως του είπε.

«Έφερες 7!» Λέει ένας από τους φίλους του.

Ο Αλέξανδρος μετακινεί το πιόνι του και ένας φίλος του λέει: «Αυτή είναι ιδιοκτησία μου! Πρέπει να με πληρώσεις 20 ευρώ.»

Ο Αλέξανδρος νιώθει κάπως άβολα με αυτό, αλλά δέχεται να πληρώσει, αφού είναι ακόμα η αρχή του παιχνιδιού. Τώρα έχει μείνει με 80 ευρώ. Όταν ο Αλέξανδρος λάβει το μισθό του, συνειδητοποιεί ότι είναι αρκετά μικρότερος από των υπολοίπων.

Αρχίζει και χάνει τον ενθουσιασμό του για το παιχνίδι.

Το παιχνίδι συνεχίζεται και ο Αλέξανδρος πάει από ιδιοκτησία σε ιδιοκτησία, πληρώνοντας σχεδόν όλα του τα χρήματα στους άλλους.

Αλέξανδρος: «Μισό λεπτό! Δε νομίζω ότι αυτό είναι δίκαιο! Όταν μπήκα στο παιχνίδι, τα πάντα ήταν ήδη αγορασμένα. Κάθε ιδιοκτησία, κάθε σπίτι ή ξενοδοχείο που υπήρχε, ήταν ήδη ιδιοκτησία σας.. Ποιο είναι το νόημα του να παίζω ένα παιχνίδι στο οποίο τα πάντα είναι αγορασμένα και στο οποίο ακόμα και διαθέσιμα να ήταν, δεν έχω αρκετά χρήματα για να τα αγοράσω;»

«Αυτοί είναι οι κανόνες παιδί μου.» – λέει ένας από τους γονείς του. «Έλα συνέχισε, παίξε κι άλλο, όλα θα φτιάξουν!»

Ο Αλέξανδρος αμφιβάλλει γι’αυτό, αλλά συνεχίζει να παίζει.

Οι φίλοι του Αλέξανδρου είναι πολύ καλύτεροι από αυτόν. Έχουν πολλές ιδιοκτησίες, σπίτια και ξενοδοχεία. Ο Αλέξανδρος ρωτάει έναν από τους φίλους του, πώς και έχει τόσα πολλά στην ιδιοκτησία του, μιας και δεν έπαιζε περισσότερο από αυτόν. Αυτός απαντά ότι αυτές είναι ιδιοκτησίες των γονιών του και γι’αυτό μπορεί να τις έχει στην κατοχή του.

«Βλέπεις, οι γονείς σου δεν έχουν περιουσία. Δεν παίζουν καλά το παιχνίδι παιδί μου.», λέει ο πατέρας του φίλου του, με ένα ελαφρά υπεροπτικό χαμόγελο στο πρόσωπό του.
Αλέξανδρος: «Αυτό δεν είναι καθόλου δίκαιο..»

Ένας από τους συγγενείς του Αλέξανδρου είναι στη «φυλακή» αλλά είναι χαρούμενος γιατί, όπως λέει: «Κάθομαι εδώ και βγάζω και χρήματα. Δεν ανησυχώ ότι χρειάζεται να πληρώνω οτιδήποτε σε κανέναν. Μερικές φορές είναι καλύτερα στη «φυλακή» παρά έξω.»

Οι γονείς του Αλέξανδρου τον ενθαρρύνουν να προσπαθήσει κι άλλο, γιατί του λένε πως παίζοντας κι άλλο το παιχνίδι τελικά θα καταφέρει να επιτύχει. Προσπαθεί, όμως τίποτα δεν αλλάζει.

Οι γονείς του παρατούν το παιχνίδι. Τον αφήνουν με ένα τραπεζικό χρέος, το οποίο πρέπει να έχει για το υπόλοιπο του παιχνιδιού. Τώρα τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για τον Αλέξανδρο.

Το παιχνίδι σταματάει να είναι έστω και στο ελάχιστο διασκεδαστικό. Ο Αλέξανδρος μετακινεί το πιόνι του τριγύρω, ρίχνει τα ζάρια, πληρώνει στους άλλους για πράγματα που κατέχουν και λαμβάνει μια άδικη πληρωμή ανά κάποιο χρονικό διάστημα.

«Που είναι η διασκέδαση σε όλο αυτό;» λέει.

«Σας βλέπω όλους να ανταγωνίζεστε ο ένας τον άλλο, να πουλάτε και να αγοράζετε ιδιοκτησίες, να προσθέτετε σπίτια και ξενοδοχεία στην περιουσία σας, φανατικά υπολογίζοντας τον «πλούτο» σας… αλλά ποιο είναι το διασκεδαστικό κομμάτι όλου αυτού του παιχνιδιού; Δεν είστε κουρασμένοι; Δεν βαριέστε;»

«Έχεις βαρεθεί επειδή χάνεις, δεν το βλέπεις;» – Οι υπόλοιποι άνθρωποι στο τραπέζι κάνουν πλάκα στο παιδί.

«Δεν μοιάζετε χαρούμενοι επίσης, απλώς παίζετε και δεν μπορείτε να σταματήσετε.», τους λέει ο Αλέξανδρος. «Και ναι, χάνω όπως βλέπετε, αλλά ήρθα εδώ να παίξω ένα παιχνίδι, να το απολαύσω και όχι απαραίτητα να το κερδίσω. Και εσείς είχατε ήδη βγάλει τους κανόνες, είχατε αγορασμένο το μεγαλύτερο μέρος από αυτά που βρίσκονται στον πίνακα του παιχνιδιού και με πληρώνετε αρκετά λιγότερο από τους υπόλοιπους παίχτες. Φυσικά και χάνω.»

«Θα έπρεπε να πάρεις ένα δάνειο» – απαντούν οι υπόλοιποι.

«Όχι, θα καταλήξω σαν τους γονείς μου, χάνοντας ακόμα πιο γρήγορα. Και επιπλέον, δεν θέλω να παίξω άλλο. Δεν είναι καν παιχνίδι πια, είναι τρέλα. Φεύγω!»

Κάποιος από το τραπέζι αρπάζει το χέρι του παιδιού: «Μη βιάζεσαι μικρέ! Δεν μπορείς να φύγεις όποτε θες. Θα φύγεις όταν το πούμε εμείς!»

Αλέξανδρος: «Τι;; Με κοροϊδεύετε; Τι ακριβώς είναι αυτό, η Μαφία της Monopoly; Άφησε κάτω το χέρι μου!»

Μια κυρία στο τραπέζι: «Αγαπητέ, άστον να φύγει. Είναι ελεύθερος να φύγει, αλλά αν το κάνει δεν θα έχει ούτε φαγητό, ούτε κάποιο μέρος να κοιμηθεί. Είσαι ελεύθερος να φύγεις γλυκέ μου.»

Αλέξανδρος: «Είστε τρελοί; Τι έχετε πάθει; Είναι απλά ένα παιχνίδι! Δεν βλέπετε καθαρά τι έχει συμβεί; Έχετε παίξει για τόσο μεγάλο διάστημα που το έχετε πάρει στα σοβαρά. Βλέπετε όλα αυτά τα σπίτια και τα ξενοδοχεία, όλες αυτές τις ιδιοκτησίες και τα χρήματα, όλα αυτά τα γυαλιστερά πιόνια στον πίνακα του παιχνιδιού; Δεν είναι αληθινά, ξυπνήστε!»

Παίχτες του τραπεζιού: «Τι ακριβώς παριστάνεις μικρέ, τον φιλόσοφο; Αν δεν θέλεις να παίξεις, μην παίζεις. Αλλά όπως είπαμε, θα υπάρξουν συνέπειες για αυτό. Ξέρεις, δεν είμαστε εμείς αυτοί που καθορίζουν τους κανόνες. Αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και δεν πρόκειται να αλλάξουν.»
«Θα σε βοηθούσα αν μπορούσα Αλέξανδρε…», λέει ένας από τους συγγενείς του.
Αλέξανδρος: «Θεέ μου, στ’ αλήθεια το έχετε πάρει τόσο στα σοβαρά..; Είναι δυνατόν;;»

Τι θα έλεγες αν αυτά συνέβαιναν στην πραγματικότητα σε ένα παιχνίδι Monopoly; Ακούγεται εντελώς γελοίο και τρελό, έτσι δεν είναι;

Φαντάσου κάποιον να σου πει: «Έλα να παίξεις μαζί μας Monopoly. Αλλά έχε υπόψιν σου ότι οι περισσότερες ιδιοκτησίες είναι ήδη αγορασμένες, πολλές από αυτές επίσης έχουν χτισμένα σε αυτές σπίτια και ξενοδοχεία και θα σε φορολογήσουμε πολύ αν καταλήξεις να τις έχεις, θα πληρώνεσαι λιγότερο απ’ ό,τι εμείς, κάποιοι από εμάς θα μπορούμε να αλλάζουμε τους κανόνες του παιχνιδιού και αν φύγεις απ’το παιχνίδι ή δεν θέλεις να παίξεις, θα σου στερήσουμε το φαγητό και τη στέγη και όλες τις βασικές ανάγκες της κανονικής ζωής σου. Να γνωρίζεις ότι ακόμα και αν παίζεις καλά, το παιχνίδι μπορεί να γίνει λίγο παλαβό: θα αποκτήσεις εμμονές με το να βγάζεις ολοένα και περισσότερα χρήματα και με το να είσαι όλο και περισσότερο ανταγωνιστικός και πολλές φορές θα νιώθεις ότι τίποτα δεν είναι αρκετό για σένα. Α και θα διαλέξουμε εμείς το πιόνι σου. Έλα παίξε μαζί μας!» 🙂

Δεν ακούγεται σαν ο Χίτλερ μόλις να σε προσκάλεσε να παίξεις μαζί του Monopoly;

Θα έπαιζες ποτέ; Είμαι σίγουρος πως όχι. Όμως, ήδη παίζεις αυτό το παιχνίδι, δεν το βλέπεις;

Έχεις γεννηθεί σε έναν κόσμο, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου ήδη ανήκει σε άλλους ανθρώπους: λόφους, παραλίες, ξενοδοχεία, σπίτια, πισίνες, μηχανές, αυτοκίνητα, ρούχα, φαγητό, gadgets, ακόμα και ζώα ή ό,τι άλλο φαντάζεσαι.

Ο πλούτος σου θα εξαρτηθεί τις περισσότερες φορές από τον αντίστοιχο της οικογένειάς σου. Θα λαμβάνεις μια άδικη αμοιβή που δεν αντιστοιχεί στις προσπάθειές σου. Υπάρχουν άπειροι κανόνες εκεί έξω, τους περισσότερους εκ των οποίων δεν γνωρίζεις και πολλοί άνθρωποι σε αυτό τον κόσμο έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν ή να τους διαγράψουν και να δημιουργήσουν άλλους που θα έχουν αντίκτυπο στη ζωή σου.

Το «πιόνι» σου είναι ήδη επιλεγμένο από άλλους υπό την μορφή της κουλτούρας (ποια γλώσσα θα μάθεις, έθιμα και παραδόσεις, θρησκεία, κλπ). Οι άνθρωποι είναι πολύ ανταγωνιστικοί σε αυτό τον κόσμο και θέλουν να εκμεταλλευτούν τους πάντες (μαζί κι εσένα) – πολλοί από αυτούς δε νιώθουν ότι ποτέ δεν έχουν πλουτίσει αρκετά και ψυχαναγκαστικά διεκδικούν όλο και περισσότερα. Ακόμα και η ιδέα του να είσαι στη φυλακή και να βγάζεις χρήματα μπορεί να φτάνει να είναι προτιμότερη από την κανονική ζωή. Κι αυτό γιατί πολλοί φυλακισμένοι ζουν καλύτερα από τους πραγματικά φτωχούς.

Και το χειρότερο από όλα, είναι ότι αν δεν δεχθείς να παίξεις αυτό το αληθινό, χρηματοπιστωτικό παιχνίδι, τότε δεν θα μπορείς να αγοράσεις φαγητό, να έχεις ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή να ικανοποιήσεις οποιαδήποτε από τις ανάγκες σου.

Μπορείς κυριολεκτικά να πεθάνεις αν δεν παίξεις.

Στην πραγματικότητα, αυτό συμβαίνει με πολύ κόσμο στις μέρες μας.

Α και όλοι θα σου πουν ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να παίζεις στο παιχνίδι. Και οι περισσότεροι από αυτούς (παίχτες) δεν συνειδητοποιούν ότι είναι απλώς ένα παιχνίδι.

Ήδη συμβαίνει, αλλά μπορεί να μην το παίρνεις χαμπάρι επειδή είσαι μέρος του.

Σε παρακαλώ, σκέψου μια ακόμα φορά αν θα έπαιζες ένα παιχνίδι που είναι τόσο στημένο και καταναγκαστικό, όπως είναι ο κόσμος που ζούμε. Πιστεύω ότι κανείς σας δεν θα άντεχε να παίξει πάνω από 5 λεπτά.

Πιστεύω ότι ήρθε η ώρα οι άνθρωποι να τα συνειδητοποιήσουν όλα αυτά, να σταματήσουν να παίζουν αυτό το τρελό παιχνίδι και αντί γι’αυτό να αφοσιωθούν σε αυτό που είναι αληθινό: σε αυτό δηλαδή που αποζητάμε, σε σχέση με τον τόπο μας, αυτή τη σφαίρα που ονομάζουμε Γη.

Στο τέλος όλα επιστρέφουν πίσω στο «κουτί»:

Πηγή