Μπορούν δύο άνθρωποι να έχουν ολόιδιο «περιβάλλον»;

Αρκετές φορές, όταν κάνουμε διάλογο και υποστηρίζουμε ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων καθορίζεται από το περιβάλλον, ακούμε το επιχείρημα της κοινής ανατροφής και των κοινών εμπειριών. Για παράδειγμα:

Πώς γίνεται δύο αδέρφια να είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, αφού μεγάλωσαν στην ίδια οικογένεια, με τους ίδιους γονείς και με κοινές εμπειρίες;

Πώς γίνεται δύο αγόρια που έπεσαν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης να παίρνουν στη ζωή τους τόσο διαφορετικούς δρόμους, αφού είχαν μία τόσο όμοια εμπειρία; Ο ένας το «ξεπέρασε» και ζει μία «φυσιολογική» ζωή και ο άλλος είναι αυτοκτονικός.

Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, που αρχικά μοιάζουν να έχουν κάποια «λογική» βάση, ας περάσουμε να δούμε τι λέει ένας επιστήμονας για τον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλός μας και γιατί είναι τόσο δύσκολο να δημιουργήσουμε ένα ρομπότ που το λειτουργικό του σύστημα να τον μιμείται:

«Υπάρχουν δύο τουλάχιστον σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιστήμονες, εδώ και δεκαετίες, τα οποία εμποδίζουν τις προσπάθειές τους να δημιουργήσουν ρομπότ: Η αναγνώριση μοτίβων και η κοινή λογική. Τα ρομπότ έχουν πολύ καλύτερη όραση από την δική μας, δεν αντιλαμβάνονται όμως τι βλέπουν. Τα ρομπότ έχουν επίσης πολύ καλύτερη ακοή, αλλά δεν καταλαβαίνουν τι ακούνε.

Για να αντιμετωπίσουν αυτό το διπλό πρόβλημα, οι ερευνητές δοκίμασαν την προσέγγιση αυτή «εκ των άνω» στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης. Η προσέγγιση είναι γνωστή και ως «φορμαλιστική» σχολή ή σχολή GOFAI, από τα αρχικά των λέξεων «Good Old Fashioned AI» (Παλιά Καλή Τεχνητή Νοημοσύνη). Στόχος αυτής της προσέγγισης σε πολύ γενικές γραμμές ήταν η δημιουργία ενός λογισμικού, το οποίο θα περιέκλειε όλους τους κανόνες αναγνώρισης μοτίβων και κοινής λογικής σε ένα μόνο CD. Εισάγοντας το CD αυτό στον υπολογιστή, αυτός υποτίθεται ότι θα αποκτούσε ξαφνικά αυτοσυνείδηση και ανθρώπινη ευφυΐα. Στις δεκαετίες του ’50 και ’60, σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση, με τη δημιουργία ρομπότ που μπορούσαν να παίξουν ντάμα και σκάκι, να λύνουν αλγεβρικές ασκήσεις, να σηκώνουν παιδικά τουβλάκια, κλπ. Η πρόοδος ήταν τόσο θεαματική, που ορισμένοι προέβλεπαν ότι σε λίγα χρόνια τα ρομπότ θα ήταν πιο ευφυή από τους ανθρώπους.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η αίσθηση που είχε προκαλέσει στα μέσα ενημέρωσης το ρομπότ SHAKEY, το οποίο κατασκευάστηκε στο Ινστιτούτο Ερευνών του Στάνφορντ το 1969. Ο SHAKEY ήταν ένας μικρός, τροχήλατος υπολογιστής PDP, με μια κάμερα στο κεφάλι. Η κάμερα σάρωνε το χώρο και στη συνέχεια ο υπολογιστής ανέλυε και αναγνώριζε τα αντικείμενα και προσπαθούσε να ελιχθεί γύρω από αυτά. Ο SHAKEY ήταν το πρώτο μηχανικό ρομπότ που μπορούσε να κινηθεί μόνο του στον «πραγματικό κόσμο». Οι δημοσιογράφοι βρήκαν αφορμή να αρχίσουν τις εικασίες για το πότε οι άνθρωποι θα τρώνε τη σκόνη των ρομπότ.

Ωστόσο, τα μειονεκτήματα αυτών των ρομπότ έγιναν ορατά πολύ γρήγορα. Η σχολή GOFAI οδήγησε στη δημιουργία τεράστιων, ανοικονόμητων ρομπότ, που χρειάζονταν ώρες ολόκληρες για να μπορέσουν να διασχίσουν ένα ειδικό δωμάτιο, εξοπλισμένο αποκλειστικά με αντικείμενα που αποτελούνταν από ευθείες γραμμές, είχαν δηλαδή τετράγωνο ή τριγωνικό σχήμα. Εάν υπήρχαν στο χώρο έπιπλα με ακανόνιστο σχήμα, το ρομπότ αδυνατούσε να αναγνωρίσει τα αντικείμενα (η ειρωνεία είναι ότι μία μύγα, ο εγκέφαλος της οποίας διαθέτει μόλις 250.000 νευρώνες περίπου και ένα κλάσμα μόνο της υπολογιστικής ισχύος αυτών των ρομπότ, μπορεί εύκολα να κινείται στις τρεις διαστάσεις και να εκτελεί θεαματικές μανούβρες, σε αντίθεση με τα ογκώδη και άτσαλα ρομπότ που χάνουν τον μπούσουλα ακόμα και στις δύο διαστάσεις).

Η προσέγγιση αυτή γρήγορα περιήλθε σε αδιέξοδο. Ο Steve Grand, διευθυντής του Ινστιτούτου Cyberlife, υποστηρίζει ότι αυτού του τύπου οι προσεγγίσεις είχαν 50 χρόνια να αποδείξουν την αξία τους και δεν δικαίωσαν τις μεγάλες προσδοκίες που είχαν καλλιεργήσει.

Στη δεκαετία του ’60, οι επιστήμονες δεν είχαν πλήρη εικόνα του πόσο απίστευτα δύσκολο είναι να προγραμματίσεις ένα ρομπότ, έστω κι αν προορίζεται να επιτελεί ακόμη και τις απλούστερες λειτουργίες, για παράδειγμα να αναγνωρίζει αντικείμενα όπως κλειδιά, παπούτσια ή φλιτζάνια. Όπως λέει ο Rodney Brooks του MIT, «πριν από 40 χρόνια, το Εργαστήριο Τεχνητής Νοημοσύνης του MIT είχε αναθέσει τη λύση του προβλήματος σε έναν προπτυχιακό φοιτητή, δίνοντάς του διορία μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Εκείνος απέτυχε, όπως απέτυχα κι εγώ που κλήθηκα να λύσω το ίδιο πρόβλημα στη διδακτορική διατριβή μου το 1981». Οι ερευνητές της τεχνητής νοημοσύνης δεν έχουν καταφέρει ακόμα να λύσουν το πρόβλημα.

Εμείς, όταν μπαίνουμε σε ένα δωμάτιο, αναγνωρίζουμε αυτόματα το πάτωμα, τις καρέκλες, τα έπιπλα, τα τραπέζια, κλπ. Αντίθετα, ένα ρομπότ που σαρώνει το δωμάτιο δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά μια τεράστια ομάδα από ευθείες και καμπύλες γραμμές, τις οποίες μετασχηματίζει σε πίξελ. Απαιτείται τεράστια ποσότητα υπολογιστικού χρόνου για να βγάλει νόημα από αυτό το συνονθύλευμα γραμμών. Εμάς, μας παίρνει μόνο ένα κλάσμα του δευτερολέπτου για να αναγνωρίσουμε ένα τραπέζι, ο υπολογιστής όμως βλέπει μόνο ένα άθροισμα από κύκλους, οβάλ, σπιράλ, ευθείες και τεθλασμένες γραμμές, γωνίες. Αν είχε την πολυτέλεια του απεριόριστου χρόνου, ίσως το ρομπότ να κατάφερνε τελικά να αναγνωρίσει ότι το αντικείμενο που βλέπει είναι τραπέζι. Μόλις θα αλλάζαμε όμως κάτι στο χώρο, ο υπολογιστής θα έπρεπε να αρχίσει ξανά από την αρχή τους υπολογισμούς. Με άλλα λόγια, τα ρομπότ μπορούν να δουν, και μάλιστα πολύ καλύτερα από τους ανθρώπους, δεν καταλαβαίνουν όμως τι είναι αυτό που βλέπουν. Το ρομπότ που εισέρχεται σε ένα δωμάτιο βλέπει απλώς ένα συνονθύλευμα από γραμμές και καμπύλες αντί για καρέκλες, τραπέζια και λάμπες.

Ο εγκέφαλός μας αναγνωρίζει υποσυνείδητα τα διάφορα αντικείμενα, εκτελώντας τρισεκατομμύρια επί τρισεκατομμυρίων υπολογισμούς κατά την είσοδό μας σε κάποιο χώρο – εμείς, αγνοούμε μακαρίως όλη αυτή τη διαδικασία. Ο λόγος για τον οποίο δεν έχουμε καμία συναίσθηση όλων αυτών των πραγμάτων που κάνει ο εγκέφαλός μας έχει να κάνει με την εξέλιξη. Εάν βρισκόμασταν μόνοι στο δάσος και μας κυνηγούσε ένας τίγρης με αιχμηρά δόντια, θα μέναμε παγωμένοι στη θέση μας εάν είχαμε επίγνωση όλων των αναγκαίων υπολογισμών που έπρεπε να κάνουμε για να αναγνωρίσουμε τον κίνδυνο και να ξεφύγουμε από αυτόν. Για να επιβιώσει ο άνθρωπος, το μόνο που χρειάζεται είναι να ξέρει πώς να το βάλει στα πόδια. Όταν ζούσαμε στη ζούγκλα, πολύ απλά δεν μας ήταν απαραίτητο να γνωρίζουμε όλες τις διαδικασίες εισαγωγής και εξαγωγής δεδομένων στον εγκέφαλό μας, οι οποίες μας επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε το έδαφος, τον ουρανό, τα δέντρα ή τους βράχους.

Με άλλα λόγια, ο τρόπος λειτουργίας του εγκεφάλου μας μπορεί να συγκριθεί με ένα κολοσσιαίο παγόβουνο. Εμείς, βλέπουμε μόνο την κορυφή του παγόβουνου, δηλαδή το συνειδητό μέρος. Κάτω από την επιφάνεια, όμως, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε, κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο αντικείμενο: το ασυνείδητο, το οποίο καταναλώνει τεράστιες ποσότητες από την «υπολογιστική ισχύ του εγκεφάλου μας» για να αντιληφθεί απλά πράγματα του περιβάλλοντός μας, όπως τη θέση μας στο χώρο, το ποιος είναι ο συνομιλητής μας ή τι υπάρχει γύρω μας. Όλα αυτά γίνονται αυτόματα, χωρίς την άδειά μας και χωρίς να το γνωρίζουμε.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα ρομπότ δεν μπορούν να ελιχθούν γύρω από αντικείμενα σε ένα δωμάτιο, να διαβάσουν κάποιο χειρόγραφο, να οδηγήσουν φορτηγά και αυτοκίνητα ή να πετάξουν σκουπίδια.»

Από την ελληνική έκδοση του βιβλίου «Η Φυσική Του Ανέφικτου», εκδόσεις Αβγό, 2009. Συγγραφέας: Michio Kaku

Αναλογιστείτε πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν δύο άνθρωποι, βάση και των μέχρι τότε εμπειριών τους, να «εισπράξουν» δύο όμοια περιστατικά, όπως μία σεξουαλική κακοποίηση, εφόσον όταν απλώς μπαίνουμε σε ένα δωμάτιο, ο εγκέφαλός μας εκτελεί τρισεκατομμύρια επί τρισεκατομμυρίων υπολογισμούς.

Επιπλέον και βάση των ανωτέρω, σκεφτείτε πόσο πολύπλοκη διαδικασία είναι το χτίσιμο της συμπεριφοράς μας από την στιγμή που είμαστε στην κοιλιά της μητέρας μας. Εκατομμύρια εμπειρίες, εκατομμύρια αλληλεπιδράσεις μας με άλλους ανθρώπους, χτίζουν τις συνάψεις που θα κάνει μελλοντικά ο εγκέφαλός μας, σε περιστατικά που θα αναγνωρίσει ως «όμοια».

Κάτι που λέμε τώρα, ίσως βασίζεται σε κάτι που ακούσαμε από έναν θείο μας, πριν 20 χρόνια σε μια χαλαρή οικογενειακή κουβέντα. Ο τρόπος που θα αντιδράσουμε σε ένα έκτακτο περιστατικό, ενδεχομένως έχει επιρροή από ένα βιβλίο που διαβάσαμε πριν 3 χρόνια, κοκ.

Καταλήγοντας λοιπόν, θα λέγαμε ότι δεν γίνεται δύο διαφορετικοί άνθρωποι να έχουν απόλυτα ίδιο περιβάλλον, παρά μόνο κοινές εμπειρίες, οι οποίες όμως έχουν «εισπραχθεί» και «μεταφραστεί» απ’τον εγκέφαλό μας με διαφορετικό τρόπο. Γεννηθήκαμε φαινομενικά όμοιοι και άδειοι από εμπειρίες (tabula rasa), αλλά εν τέλη αυτά που θα αποτυπώσει πάνω μας το περιβάλλον, είναι πολύ διαφορετικά από τα αντίστοιχα όλων των υπολοίπων. Γι’αυτό εξάλλου είμαστε όλοι τόσο ξεχωριστοί!