Επαληθευσιμότητα

Για να ανταλλάξουμε πληροφορίες μεταξύ μας, βασική συμβολική πράξη είναι η αναφορά όσων βλέπουμε, ακούμε ή νιώθουμε:
«Βρέχει.»
«Μπορείς να το αγοράσεις στο μαγαζί εργαλείων για $2.75.»
«Το διάλυμα περιέχει .02% ιώδιο.»
«Τα μικτά κέρδη Δεκεμβρίου ήταν $253,876.98.»

Επίσης, συχνά βασιζόμαστε σε αναφορές άλλων αναφορών:
«Η εθνική μετεωρολογική υπηρεσία αναφέρει πως μία τροπική καταιγίδα αναπτύσσεται στον κόλπο του Μεξικό.»
«Σύμφωνα με την αναφορά της Timberlake, η εταιρεία το πρώτο τρίμηνο του έτους έχασε το 23% των πωλήσεών της.»
«Τα χαρτιά λένε πως έγινε ένα δυστύχημα με 4 αμάξια στη λεωφόρο 41 κοντά στο Evansville.»

Οι αναφορές υπακούουν στους ακόλουθους κανόνες: καταρχάς, είναι επαληθεύσιμες, δεύτερον, δεν περιλαμβάνουν, όσο γίνεται, συμπεράσματα, κρίσεις και τη χρήση «φορτισμένων» λέξεων. (Θα συζητήσουμε στην πορεία γι’αυτούς τους όρους.)

Επαληθευσιμότητα

Οι αναφορές μπορούν να επαληθευτούν. Για παράδειγμα, η τιμή του αντικειμένου στο μαγαζί εργαλείων μπορεί να έχει αυξηθεί. Μπορούμε να επαληθεύσουμε την τιμή τηλεφωνώντας στο μαγαζί. Μπορούμε να αναλύσουμε το διάλυμα από μόνοι μας για να επαληθεύσουμε το ποσοστό του ιωδίου. Μπορούμε να κάνουμε λογιστικό έλεγχο στα βιβλία της εταιρείας. Μερικές φορές φυσικά μπορεί να μην είμαστε σε θέση να επαληθεύσουμε μόνοι μας το περιεχόμενο μιας αναφοράς. Μπορεί να μην έχουμε τη δυνατότητα να οδηγήσουμε μέχρι το Evansville για να δούμε τα φυσικά αποδεικτικά στοιχεία του ατυχήματος. Μπορεί να μην έχουμε πρόσβαση στην αναφορά της Timberlake. Παρόλα αυτά, η φύση μιας αναφοράς είναι τέτοια, που αν έχουμε τις κατάλληλες πηγές, μπορεί να επαληθευτεί ή αν είναι ανακριβής, να διαψευστεί.

Ακόμα και σε έναν κόσμο σαν τον σημερινό, στον οποίο φαίνεται πως όλοι πολεμάμε ο ένας τον άλλο, εξακολουθούμε, σε εκπληκτικό βαθμό, να εμπιστευόμαστε ο ένας την αναφορά του άλλου. Συμφωνήσαμε να συμφωνούμε, αν και χοντρικά, για τα ονόματα πολλών πραγμάτων: τι συνιστά ένα «μέτρο», μια «γιάρδα», ένα «bushel» και ούτω καθεξής και πώς να μετράμε τον χρόνο. Ως αποτέλεσμα, αρκετό μέρος της καθημερινής μας ζωής κυλάει με μικρό κίνδυνο να παρεξηγηθούμε μεταξύ μας. Εμπιστευόμαστε ο ένας τις αναφορές του άλλου σε εκπληκτικό βαθμό. Ζητούμε οδηγίες από εντελώς άγνωστους όταν ταξιδεύουμε. Ακολουθούμε τις οδηγίες των οδικών σημάτων, χωρίς να έχουμε υποψίες για τους ανθρώπους που τα τοποθέτησαν. Διαβάζουμε βιβλία με πληροφορίες για την επιστήμη, τα μαθηματικά, τη μηχανολογία αυτοκινήτων, τα ταξίδια, τη γεωγραφία, την ιστορία των φορεσιών και άλλα τέτοια ενημερωτικά θέματα και συνήθως υποθέτουμε πως ο συγγραφέας κάνει το καλύτερο που μπορεί, ώστε να μας μεταφέρει με όσο πιο αληθινό τρόπο γίνεται αυτά που γνωρίζει. Και τις περισσότερες φορές σωστά υποθέτουμε. Δεδομένου του ενδιαφέροντος που υπάρχει σήμερα για συζητήσεις περί προκατειλημμένων αναφορών και προπαγάνδας και της γενικής δυσπιστίας μεγάλου μέρους από όσα μας επικοινωνούνται, τείνουμε να ξεχνάμε πως εξακολουθούμε να έχουμε διαθέσιμο ένα τεράστιο ποσό αξιόπιστης πληροφόρησης και πως η εσκεμμένη παραπληροφόρηση, εκτός από περιόδους πολέμου, είναι περισσότερο η εξαίρεση, παρά ο κανόνας. Η επιθυμία για αυτοπροστασία που εξανάγκασε τους ανθρώπους να αναπτύξουν μέσα για ανταλλαγή πληροφοριών, τους αναγκάζει επίσης να θεωρούν εντελώς κατακριτέα τη μετάδοση ψεύτικης πληροφορίας.

Στο απόγειο της ανάπτυξής της, η γλώσσα των αναφορών είναι γνωστή ως επιστήμη. Με την έννοια «απόγειο της ανάπτυξης» εννοούμε τη μεγαλύτερη γενική χρησιμότητα. Πρεσβυτεριανός και καθολικός, εργάτης και καπιταλιστής, Γερμανός και Άγγλος, συμφωνούν στο τι σημαίνουν σύμβολα όπως:
2 x 2 = 4, 100°C, HNO3, Quercus agrifolia, και ούτω καθεξής.

Με ποιον τρόπο όμως, μπορεί να ρωτήσει κάποιος, γίνεται να υπάρξει έστω κι η παραμικρή συμφωνία, ιδιαίτερα μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται σε διαμάχη σχεδόν για οτιδήποτε πέρα από αυτά;

Η απάντηση είναι πως οι καταστάσεις τους αναγκάζουν να συμφωνήσουν, είτε το επιθυμούν, είτε όχι. Αν, για παράδειγμα, υπήρχαν δώδεκα διαφορετικές σέκτες θρησκευτικού τύπου στις Η.Π.Α., με την κάθε μία να επιμένει στη δική της ονομασία για τον ημερήσιο χρόνο και τις ημέρες του έτους, ακολούθως θα υπήρχε η ανάγκη για δώδεκα διαφορετικά ημερολόγια, δώδεκα διαφορετικά είδη ρολογιών και μια ντουζίνα χρονοδιαγράμματα για ωράρια εργασίας, δρομολόγια τρένων και τηλεοπτικές εκπομπές. Για να μην αναφέρουμε και την προσπάθεια που θα απαιτούνταν ώστε να αντιστοιχιστούν οι όροι των διαφορετικών ονομασιών, κάτι που θα καθιστούσε τη ζωή μας ανυπόφορη.

Η γλώσσα των αναφορών λοιπόν, συμπεριλαμβανομένων και των επιστημονικών αναφορών που έχουν μεγαλύτερη ακρίβεια, είναι γλώσσα «χάρτη» (σημείωση: ο όρος εξηγείται σε προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου) και επειδή μας παρέχει επαρκώς ακριβείς περιγραφές των «περιοχών του χάρτη», μας δίνει τη δυνατότητα να συνεννοηθούμε. Μια τέτοια γλώσσα μπορεί συχνά να αποτελεί αυτό που κοινώς θεωρείται ως βαρετό ή πληκτικό ανάγνωσμα. Συνήθως, δε διαβάζει κανείς λογαριθμικούς πίνακες ή τηλεφωνικούς καταλόγους για να διασκεδάσει, όμως χωρίς αυτούς δε θα ήταν τόσο εύκολη η ζωή μας. Στον λόγο και τη γραφή που χρησιμοποιούμε καθημερινά, υπάρχουν αναρίθμητες περιπτώσεις που απαιτούν να εκφραζόμαστε με τέτοιον τρόπο που όλοι θα συμφωνούν με τη διατύπωσή μας.

Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα από ένα βιβλίο που δεν έχει μεταφραστεί δυστυχώς ποτέ στην ελληνική γλώσσα, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να διδάσκεται σε όλα τα σχολεία του κόσμου: «Language In Thought And Action» του S. I. Hayakawa.

Μετάφραση στην ελληνική γλώσσα: Αλέξανδρος Μαντάς
Επιμέλεια τελικού κειμένου: Πολιτισμός Τύπου 1

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...